Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

"Ποιος σκότωσε τη χρεωμένη Ελλάδα"



Στο κλασικό μυθιστόρημα της Αγκαθα Κρίστι «Ποιος σκότωσε τον Ακρόιντ», ο αναγνώστης, αφού περιπλανηθεί στους χαρακτήρες όλων των υπόπτων, ανακαλύπτει ότι ο δολοφόνος είναι ο ίδιος ο αφηγητής. Είναι μια αφηγηματική τεχνική που κανείς δεν τόλμησε να μιμηθεί. Αλλά να που, παρακολουθώντας ξανά, λόγω εξεταστικής, τη συζήτηση «πότε ξέφυγε το ελληνικό έλλειμμα» ή «ποιος σκότωσε τη χρεωμένη Ελλάδα», είναι σαν να διαβάζουμε Αγκαθα Κρίστι.


Σε κάθε αφήγηση που παρακολουθούμε υποψιαζόμαστε ότι ο αφηγητής είναι ο δολοφόνος. Ή ότι οι ένοχοι είναι πολλοί - ή όλοι, εκδοχή που παραπέμπει σε άλλο μυθιστόρημα της Κρίστι, το «Εγκλημα στο Οριεντ Εξπρές».
 
Η αφήγηση που θα απαντούσε στο ερώτημα πώς φτάσαμε στην πέμπτη από ιδρύσεώς του χρεοκοπία του ελληνικού κράτους μπορεί να αρχίσει από όπου επιλέξει ο αφηγητής. Από τον Καποδίστρια, τον Τρικούπη, την μετεμφυλιακή κατασπατάληση του σχεδίου Μάρσαλ, τη Μεταπολίτευση, την παραγωγική παρακμή που ακολούθησε την ένταξη στην Ευρώπη το 1980 ή το μεθύσι με φθηνά δανεικά, που ακολούθησε την ένταξη στην ΟΝΕ το 2002. Αλλά αν συγκεντρωθεί στο σήμερα, το έργο μοιάζει με δράμα σε πράξεις τρεις. 


Πράξη πρώτη, το καλοκαίρι του 2007. Η Ελλάδα έχει μόλις βγει από το καθεστώς ευρωπαϊκής επιτήρησης, στο οποίο είχε οικειοθελώς υποβληθεί, χάρις στο μεγαλοφυές τέχνασμα της «απογραφής», και ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός γίνεται φανερός μέσα σε λίγες εβδομάδες. Ο έλεγχος των δαπανών χάνεται και ο Γιώργος Αλογοσκούφης, έντρομος, πείθει τον Καραμανλή να κάνει πρόωρες εκλογές, για να στρίψει το τιμόνι προς τη «δημοσιονομική προσαρμογή». Οι εκλογές γίνονται, προκύπτει μια κουτσή πλειοψηφία Παυλίδη - Τατούλη και ο Καραμανλής λέει το θρυλικό «Γιώργο, άστο γι' αργότερα...». 


Πράξη δεύτερη. Από τα Χριστούγεννα του 2008, η Ελλάδα είναι το πρώτο θέμα συζήτησης στα δείπνα των οικονομικών αναλυτών, στα γραφεία των χετζ φαντ και, από τις αρχές του 2009, στις συνεδριάσεις του Eurogroup. Ολοι στοιχηματίζουν ότι η φάση «Λίμαν Μπράδερς» της κρίσης θα δώσει τη θέση της στη φάση «κρίση δημόσιου χρέους», με επίκεντρο την ευρωζώνη. Και αναζητούν τον αδύναμο κρίκο που θα σπάσει πρώτος. Θα είναι η Ελλάδα ή η Ιρλανδία; Οι Ευρωπαίοι πιέζουν για μέτρα, ο Καραμανλής αναζητά από μήνα σε μήνα ημερομηνία πρόωρων εκλογών και η Ελλάδα χάνει δέκα ολόκληρους μήνες σε άτυπη προεκλογική περίοδο. Αποτέλεσμα: το μοιραίο 2009 η Ελλάδα είχε πρωτογενές έλλειμμα (δηλαδή, χωρίς να υπολογίζονται τα τοκοχρεολύσια για τα παλιά δάνεια) 24 δισ. και είχε προσθέσει, μέσα σ' έναν μόνο χρόνο, 34 δισ. στο χρέος της... 


Πράξη τρίτη, εκλογές. Ο Γιώργος Παπανδρέου και το οικονομικό του επιτελείο έχουν έγκαιρα προειδοποιηθεί, από τον γερμανό υπουργό Οικονομικών και τον Τρισέ, για τα δεδομένα του προβλήματος και έχει ειδοποιηθεί, επίσης έγκαιρα, από τον Προβόπουλο ότι το έλλειμμα του 2009 θα διαμορφωθεί σε διψήφια επίπεδα. Αλλά επιλέγει να στηρίξει την προεκλογική του καμπάνια στην άρνηση της ανάγκης να ληφθούν μέτρα λιτότητας («λεφτά υπάρχουν») και περνά τους τρεις πρώτους μήνες του στην εξουσία παίζοντας εσωκομματικές ισορροπίες. Οταν τον Ιανουάριο του 2010 συγκρούεται βιαίως με την πραγματικότητα, όταν τον «λιντσάρουν» οι δημοσιογράφοι στο Νταβός, είναι πια αργά, οι αγορές έχουν κλείσει, το πουλάκι έχει πετάξει. Η προσφυγή στον «επίσημο δανεισμό» είναι μονόδρομος - στον οποίο η κυβέρνηση Παπανδρέου μπήκε με λάθος πυξίδα, χωρίς προετοιμασία, ούτε για τη διαπραγμάτευση ούτε για την εφαρμογή του προγράμματος που είχε συμφωνηθεί. 

Κάπου εδώ, μπορούμε να αφήσουμε την αυλαία να πέσει και να εγκαταλείψουμε τη θεατρική αίθουσα όπου αναπαρίστανται τα παλαιά πάθη. Στην Εκκλησία του Δήμου πρέπει ν' αρχίσει η συζήτηση όχι για το ποιος έφταιξε περισσότερο, αλλά για το «τι να κάνουμε» τώρα. Γιατί αυτό που κρίνεται στους μήνες που έρχονται είναι η θέση της Ελλάδας στον κόσμο για πολλές δεκαετίες: θα επιστρέψουμε στα Βαλκάνια, ανταγωνιζόμενοι τους γείτονές μας σε φτηνά μεροκάματα, όπως πολλοί μας προορίζουν; Ή θα ενταχθούμε, επιτέλους, ανταγωνιστικά και ισότιμα στον σκληρό ευρωπαϊκό πυρήνα, από όπου πολλοί ψάχνουν να μας αποβάλουν;




Δια στόματος Παύλου Τσίμα

Δεν υπάρχουν σχόλια: